Στενώματα ουρήθρας

Σαν στένωμα ουρήθρας ορίζουμε εκείνη την παθολογική κατάσταση κατά την οποία αναπτύσσεται ουλώδης συνδετικός ιστός στον αυλό της ουρήθρας που έχει σαν αποτέλεσμα την δραστική μείωση του εύρους του (στένωση). Αποτέλεσμα της στένωσης είναι η δραστική μείωση της ροής και της ακτίνας εκτόξευσης των ούρων με κύρια κλινική εκδήλωση την έντονη δυσκολία κατά την ούρηση.

Συνήθως εκτός από την έντονη δυσκολία κατά την ούρηση, συνυπάρχει μια πλειάδα συμπτωμάτων, όπως συχνουρία, νυκτουρία, αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστεως, ούρηση με αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, ενώ σε πολλούς ασθενείς εμφανίζονται και υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, που συνήθως αποδίδονται σε άλλες αιτίες (π.χ. χρόνια προστατίτιδα).

Παλαιότερα η κύρια αιτία στενωμάτων της ουρήθρας ήταν οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες φλεγμονές της ουρήθρας, αλλά με την πρόοδο των αντιβιοτικών το ποσοστό τους έχει υποχωρήσει σημσντικά. Αντίθετα στις ημέρες μας την πρώτη θέση σαν αιτιολογικός παράγοντας κατέχουν οι κακώσεις της ουρήθρας, από εξωτερικό τραυματισμό (τροχαία) και από τη χρήση εργαλείων για ιατρικούς σκοπούς (π.χ. καθετηριασμός).