Στενώματα ουρήθρας

Σαν στένωμα ουρήθρας ορίζουμε εκείνη την παθολογική κατάσταση κατά την οποία αναπτύσσεται ουλώδης συνδετικός ιστός στον αυλό της ουρήθρας που έχει σαν αποτέλεσμα την δραστική μείωση του εύρους του (στένωση). Αποτέλεσμα της στένωσης είναι η δραστική μείωση της ροής και της ακτίνας εκτόξευσης των ούρων με κύρια κλινική εκδήλωση την έντονη δυσκολία κατά την ούρηση.

Συνήθως εκτός από την έντονη δυσκολία κατά την ούρηση, συνυπάρχει μια πλειάδα συμπτωμάτων, όπως συχνουρία, νυκτουρία, αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστεως, ούρηση με αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, ενώ σε πολλούς ασθενείς εμφανίζονται και υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, που συνήθως αποδίδονται σε άλλες αιτίες (π.χ. χρόνια προστατίτιδα).

Παλαιότερα η κύρια αιτία στενωμάτων της ουρήθρας ήταν οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες φλεγμονές της ουρήθρας, αλλά με την πρόοδο των αντιβιοτικών το ποσοστό τους έχει υποχωρήσει σημσντικά. Αντίθετα στις ημέρες μας την πρώτη θέση σαν αιτιολογικός παράγοντας κατέχουν οι κακώσεις της ουρήθρας, από εξωτερικό τραυματισμό (τροχαία) και από τη χρήση εργαλείων για ιατρικούς σκοπούς (π.χ. καθετηριασμός).

Η διάγνωση των στενωμάτων

Η διάγνωση των στενωμάτων γίνεται με:

  • Ροή των ούρων. Είναι μειωμένη και παρατεταμένη στο χρόνο
  • Ουρηθρογραφία (ανιούσα και κατά την ούρηση). Με την ουρηθρογραφία βάζουμε την σφραγίδα της διάγνωσης και επί πλέον έχουμε την ακριβή εντόπιση και το ακριβές μήκος του στενώματος, παράμετροι πολύ σημαντικές για τον σχεδιασμό της αντιμετώπισης.
  • Ουρηθροσκόπηση. Πολλές φορές είναι χρήσιμη για την εκτίμηση της θέσης και του εύρους του στενώματος.

Αντιμετώπιση

Τα στενώματα παραδοσιακά αντιμετωπίζονται με:

  • Διαστολές του στενώματος. Δεν αποτελεί λύση του προβλήματος, ιδίως για νεαρά άτομα, διότι γρήγορα το στένωμα υποτροπιάζει και χρειάζονται διαστολές στο διηνεκές. Ίσως προσφέρει και έχει θέση σε ηλικιωμένα άτομα με μικρό προσδόκιμο επιβίωσης και πολλαπλά προβλήματα υγείας που δεν επιτρέπουν πιο επιθετική προσέγγιση του προβλήματος.
  • Ενδοσκοπική οπτική ουρηθροτομή. Και αυτή η μέθοδος παρουσιάζει μεγάλη πιθανότητα υποτροπής(>50%), που αυξάνει στη δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια. Αυτό που επικρατεί στη διεθνή βιβλιογραφία είναι να δοκιμάσει κανείς να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ουρηθροτομή άπαξ και αν το στένωμα υποτροπιάσει να προχωρήσει στη λύση που δίνει τα καλύτερα αποτελέσματα άμεσα και σε βάθος χρόνου, δηλ. την
  • Ουρηθροπλαστική. Στα στενώματα της βολβικής ουρήθρας και εφόσον το μήκος του στενώματος δεν ξεπερνά τα 2-2,5 εκ. Προτιμάται η εκτομή του στενώματος και η τελική αναστομωτική ουρηθροπλαστική, η οποία δίδει ποσοστά ίασης που ξεπερνούν το 90%. Αν το στένωμα έχει μεγαλύτερο μήκος προτιμάται η αυξητική ουρηθροπλαστική, συνήθως με στοματικό βλεννογόνο με εξίσου καλά αποτελέσματα. Τα στενώματα της πεϊκής ουρήθρας συνήθως αντιμετωπίζονται με αυξητική ουρηθροπλαστική, ενώ τα αποσπαστικά(υμενώδους ουρήθρας), που είναι και τα δυσκολότερα, με αναστομωτική ουρηθροπλαστική. Τα ιατρογενή στενώματα του αυχένα συνήθως απαιτούν συνδυασμό τεχνικών και μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά αν αντιμετωπιστούν από έμπειρους χειρουργούς δίνουν πολύ καλά αποτελέσματα.