Στένωση Πυελοουρητηρικής Συμβολής

Η πυελοουρητηρική συμβολή (ΠΟΣ) είναι το τμήμα των ουροφόρων οδών που συνδέει την νεφρική πύελο με το ανώτερο τμήμα του ουρητήρα. Αν αυτή η μετάπτωση από την πύελο στον ουρητήρα στενέψει τότε η παροχέτευση των ούρων δυσκολεύεται και αυτά λιμνάζουν στην νεφρική πύελο. Αυτή η πάθηση ονομάζεται Στένωση Πυελοουρητηρική Συμβολής και η θεραπεία της λέγεται Πυελοπλαστική.

Αυτή η απόφραξη οδηγεί σε μια προοδευτική διόγκωση της νεφρική πυέλου, και είτε είναι ασυμπτωματική είτε έχει ως αποτέλεσμα τον πόνο, τις συχνές ουρολοιμώξεις, τους νεφρικούς λίθους, ή και την σταδιακή πτώση της νεφρικής λειτουργίας.

Αν και οι περισσότερες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται και θεραπεύονται στη παιδική ηλικία, σε κάποιες άλλες η νόσος είναι ασυμπτωματική και σε ήπια μορφή και μένει αδιάγνωστη- αθεράπευτη, μέχρι την ενηλικίωση ή και ακόμα την μέση ηλικία του ανθρώπου.

Ουρητηροκήλη

Οφείλεται σε στένωση της ουρητηροκυστικής συμβολής. Η στένωση αυτή όμως είναι ιδιαίτερου τύπου, με αποτέλεσμα το τελικό τμήμα του διατεταμένου ουρητήρος να προβάλει ως κύστη μέσα στον εσωτερικό χώρο της ουροδόχου κύστης. Η ουρητηροκήλη στα κορίτσια συνδυάζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό με διπλούς νεφρούς και εδώ η στένωση αφορά τον ουρητήρα εκείνο που παροχετεύει τον άνω πόλο του διπλού νεφρού. Στα αγόρια συνδυάζεται σχεδόν πάντα με μονούς φυσιολογικούς νεφρούς που παροχετεύονται από έναν ουρητήρα.

Έκτοπος ουρητήρας

Έκτοπος ουρητήρας είναι ο ουρητήρας που εκβάλλει σε έκτοπη θέση, χαμηλά στο τρίγωνο, στον αυχένα ή την οπίσθια ουρήθρα, κατά κανόνα συνοδεύεται από παλινδρόμηση των ούρων. Το ίδιο συμβαίνει και σε διπλό ουρητήρα, το ένα σκέλος του οποίου εκβάλλει έκτοπα.

Διπλός ουρητήρας

Σε περιπτώσεις διπλού ουρητήρα, μέχρι την εκβολή του στην κύστη, όπου το κάτω ουρητηρικό στόμιο παροχετεύει τον άνω ημίνεφρο και το άνω τον κάτω (νόμος των Weigert-Meyer), παρατηρείται παλινδρόμηση στον κάτω ημίνεφρο, λόγω της μικρότερης ενδοτοίχιας πορείας του σύστοιχου σκέλους του διπλού ουρητήρα.

Στενώματα ουρήθρας

Σαν στένωμα ουρήθρας ορίζουμε εκείνη την παθολογική κατάσταση κατά την οποία αναπτύσσεται ουλώδης συνδετικός ιστός στον αυλό της ουρήθρας που έχει σαν αποτέλεσμα την δραστική μείωση του εύρους του (στένωση). Αποτέλεσμα της στένωσης είναι η δραστική μείωση της ροής και της ακτίνας εκτόξευσης των ούρων με κύρια κλινική εκδήλωση την έντονη δυσκολία κατά την ούρηση.

Συνήθως εκτός από την έντονη δυσκολία κατά την ούρηση, συνυπάρχει μια πλειάδα συμπτωμάτων, όπως συχνουρία, νυκτουρία, αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστεως, ούρηση με αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, ενώ σε πολλούς ασθενείς εμφανίζονται και υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, που συνήθως αποδίδονται σε άλλες αιτίες (π.χ. χρόνια προστατίτιδα).

Παλαιότερα η κύρια αιτία στενωμάτων της ουρήθρας ήταν οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες φλεγμονές της ουρήθρας, αλλά με την πρόοδο των αντιβιοτικών το ποσοστό τους έχει υποχωρήσει σημσντικά. Αντίθετα στις ημέρες μας την πρώτη θέση σαν αιτιολογικός παράγοντας κατέχουν οι κακώσεις της ουρήθρας, από εξωτερικό τραυματισμό (τροχαία) και από τη χρήση εργαλείων για ιατρικούς σκοπούς (π.χ. καθετηριασμός).

Η διάγνωση των στενωμάτων

Η διάγνωση των στενωμάτων γίνεται με:

  • Ροή των ούρων. Είναι μειωμένη και παρατεταμένη στο χρόνο
  • Ουρηθρογραφία (ανιούσα και κατά την ούρηση). Με την ουρηθρογραφία βάζουμε την σφραγίδα της διάγνωσης και επί πλέον έχουμε την ακριβή εντόπιση και το ακριβές μήκος του στενώματος, παράμετροι πολύ σημαντικές για τον σχεδιασμό της αντιμετώπισης.
  • Ουρηθροσκόπηση. Πολλές φορές είναι χρήσιμη για την εκτίμηση της θέσης και του εύρους του στενώματος.

Αντιμετώπιση

Τα στενώματα παραδοσιακά αντιμετωπίζονται με:

  • Διαστολές του στενώματος. Δεν αποτελεί λύση του προβλήματος, ιδίως για νεαρά άτομα, διότι γρήγορα το στένωμα υποτροπιάζει και χρειάζονται διαστολές στο διηνεκές. Ίσως προσφέρει και έχει θέση σε ηλικιωμένα άτομα με μικρό προσδόκιμο επιβίωσης και πολλαπλά προβλήματα υγείας που δεν επιτρέπουν πιο επιθετική προσέγγιση του προβλήματος.
  • Ενδοσκοπική οπτική ουρηθροτομή. Και αυτή η μέθοδος παρουσιάζει μεγάλη πιθανότητα υποτροπής(>50%), που αυξάνει στη δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια. Αυτό που επικρατεί στη διεθνή βιβλιογραφία είναι να δοκιμάσει κανείς να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ουρηθροτομή άπαξ και αν το στένωμα υποτροπιάσει να προχωρήσει στη λύση που δίνει τα καλύτερα αποτελέσματα άμεσα και σε βάθος χρόνου, δηλ. την
  • Ουρηθροπλαστική. Στα στενώματα της βολβικής ουρήθρας και εφόσον το μήκος του στενώματος δεν ξεπερνά τα 2-2,5 εκ. Προτιμάται η εκτομή του στενώματος και η τελική αναστομωτική ουρηθροπλαστική, η οποία δίδει ποσοστά ίασης που ξεπερνούν το 90%. Αν το στένωμα έχει μεγαλύτερο μήκος προτιμάται η αυξητική ουρηθροπλαστική, συνήθως με στοματικό βλεννογόνο με εξίσου καλά αποτελέσματα. Τα στενώματα της πεϊκής ουρήθρας συνήθως αντιμετωπίζονται με αυξητική ουρηθροπλαστική, ενώ τα αποσπαστικά(υμενώδους ουρήθρας), που είναι και τα δυσκολότερα, με αναστομωτική ουρηθροπλαστική. Τα ιατρογενή στενώματα του αυχένα συνήθως απαιτούν συνδυασμό τεχνικών και μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά αν αντιμετωπιστούν από έμπειρους χειρουργούς δίνουν πολύ καλά αποτελέσματα.

Ουραχός

Ο ομφαλομεσεντερικός πόρος και ο ουραχός έχουν κοινή εμβρυολογική προέλευση. Ο ουραχός συνδέει την αλλαντοΐδα με το οπίσθιο έντερο.

Ο ουραχός δεν απορροφάται πλήρως πριν τη γέννηση αλλά παραμένει ως χορδή που ενώνει το κοιλιακό τοίχωμα (ομφαλό) με την ουροδόχο κύστη. Διαταραχές στην εμβρυολογική εξέλιξη, κυρίως η ατελής απόφραξη του αυλού της αλλαντοΐδας και της κορυφής της ουροδόχου κύστεως οδηγούν στην παραμονή υπολειμμάτων και κατ’ επέκταση σε ανωμαλίες του ουραχού.

Γενικά αυτές οι διαμαρτίες είναι σπάνιες. Όπως και στα υπολείμματα του ομφαλομεσεντερικού πόρου έτσι και εδώ ανάλογα με το τμήμα του ουραχού που μένει ανοιχτό έχουμε και διαφορετικές παθήσεις. Μπορούμε να τα διαχωρίσουμε σε 4 διαφορετικές ανατομικές περιπτώσεις:

  • Κύστη ουραχού
  • Ανοιχτός ουραχός (συρίγγιο)
  • Εκκόλπωμα ουραχού (κύστης)
  • Κόλπος ουραχού

Κιρσοκήλη

Κιρσοκήλη ονομάζεται η κιρσοειδής διεύρυνση των φλεβών του όρχεως, οι οποίες ονομάζονται σπερματικές φλέβες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά. Η πάθηση οφείλεται σε ανεπάρκεια των βαλβίδων, που υπάρχουν μέσα στις φλέβες και κανονικά επιτρέπουν τη ροή του αίματος μόνο από την περιφέρεια προς το κέντρο, ενώ όταν ανεπαρκούν το αίμα μπορεί να παλινδρομεί από τις μεγαλύτερες προς τις μικρότερες φλέβες, πράγμα που έχει ως συνέπεια την κιρσοειδή διεύρυνση των σπερματικών φλεβών. Πρόκειται για μια σχετικά συχνή πάθηση, που εμφανίζεται, σε διάφορους βαθμούς, στο 15% των ενηλίκων και αποτελεί μια καλά τεκμηριωμένη αιτία ανδρικής υπογονιμότητας.

Συνήθως ανακαλύπτεται τυχαία, είτε από το παιδί ή από τους γονείς του. Στην ψηλάφηση δίνει την εντύπωση μιας μαλακής μάζας, χωρίς σαφή όρια, αποτελούμενης από μικρότερα στοιχεία, που το μέγεθός της υποχωρεί όταν το άτομο ξαπλώνει και μεγαλώνει ξαφνικά όταν σηκωθεί όρθιο. Η ανάπτυξη κιρσοκήλης στην παιδική ηλικία έχει προοδευτικά δυσμενή επίδραση στον όρχι, με επιδείνωση της λειτουργίας του και των παραμέτρων που καθορίζουν την ζωτικότητα του σπέρματος.

Επειδή η επίδραση της κιρσοκήλης είναι βαθμιαία, η έγκαιρη διάγνωση της πάθησης καθώς και η διάγνωση της υποκλινικής κιρσοκήλης (αυτής δηλαδή που δεν έχει δώσει πλήρη συμπτωματολογία) είναι πολύ σημαντική για την θεραπεία και την αποτροπή των επιπλοκών της νόσου. Είναι ενδεικτικό ότι, στους ενήλικες, μετά την θεραπεία παρατηρείται σημαντική βελτίωση του σπερμοδιαγράμματος στο 85-100% των ασθενών με μικρή και μεσαία κιρσοκήλη, ενώ στους ασθενείς με μεγάλη κιρσοκήλη το ποσοστό αυτό πέφτει στο 50%.

Η αρχή της χειρουργικής θεραπείας (Ανοιχτα η Λαπαροσκοπικα η Ρομποτικα) είναι η διακοπή της κυκλοφορίας των σπερματικών φλεβών.

 

Τι είναι;

Κήλη ονομάζεται η προβολή ενδοκοιλιακού σπλάγχνου μέσα από κάποιο φυσιολογικό τρήμα της επιφάνειας του σώματος. Οι πιο γνωστές κήλες είναι η βουβωνοκήλη, η υδροκήλη, η ομφαλοκήλη, η επιγαστρική κήλη και η κιρσοκήλη.