Το οξύ όσχεο

Tο οξύ όσχεο είναι κλινικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από οξύ και οδυνηρό οίδημα του οσχέου ή και των οργάνων που περικλείει.  Συνοδεύεται από τοπικά ή και γενικευμένα συμπτώματα.  Aπαιτεί έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία.  Όταν εμφανίζεται, η πρώτη διαγνωστική σκέψη κατευθύνεται στη συστροφή του όρχεως.  Ωστόσο υπάρχουν και άλλες παθήσεις που θα πρέπει να διερευνηθούν όπως, οι φλεγμονές του όρχεως και της επιδιδυμίδας, η συστροφή των αποφύσεων των πιο πάνω οργάνων, η περισφιγμένη οσχεοβουβωνοκήλη, το ιδιοπαθές οξύ οίδημα του οσχέου, η πορφύρα Henoch-Schönlein, η θρόμβωση της έσω σπερματικής φλέβας, η οξεία υδροκήλη ή αιματοκήλη, το οσχεϊκό αιμάτωμα, το έμφρακτο του όρχεως, η νέκρωση του υποδόρειου οσχεϊκού λίπους, η κυτταρίτιδα των έξω γεννητικών οργάνων και η αιμορραγία σ’ έναν καρκίνο του όρχεως.

Επιδιδυμίτιδα

H επιδιδυμίτιδα στα παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών είναι σπάνια.  Σε ποσοστό 35% περίπου με επιδιδυμίτιδα συνυπάρχουν ανωμαλίες του ουροποιογεννητικού συστήματος, όπως οι έκτοποι εκσπερματιστικοί πόροι, οι έκτοποι ουρητήρες, οι ανωμαλίες του προστατικού κόλπου, της ουρήθρας, των σπερματικών πόρων κ.α.  Γι’ αυτό ο έλεγχος του συστήματος αυτού θεωρείται επιβεβλημένος. Σημειώνεται ότι η συχνότητα συνύπαρξης συγγενών ανωμαλιών του ουροποιογεννητικού συστήματος με την επιδιδυμίτιδα αυξάνει αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία των παιδιών.

Έχουν αναφερθεί διάφοροι οδοί μόλυνσης της επιδιδυμίδας όπως η αιματική, η λεμφική, η ιατρογενής (μετά από ενδοσκοπικούς χειρισμούς), η μετατραυματική, αλλά και η παλινδρόμηση των ούρων από την οπίσθια ουρήθρα στους εκσπερματιστικούς πόρους και από εκεί στον σπερματικό πόρο και ή σπερματοδόχους κύστεις.

Συστροφή των αποφύσεων του όρχεως και της επιδιδυμίδας

H συστροφή της απόφυσης του όρχεως καλύπτει το 90% περίπου του συνόλου των περιπτώσεων με συστροφή γενικά των αποφύσεων, της επιδιδυμίδας των πλανητικών σωληναρίων και της παραδιδυμίδας μαζί 1% περίπου.  Όλες σχεδόν οι αποφύσεις κρέμονται από λεπτό μίσχο διαφορετικού μήκους, η συστροφή των οποίων δίνει κλινική εικόνα που μοιάζει με την συστροφή του όρχεως.  Στη συστροφή των αποφύσεων, η ένταση του άλγους, ποικίλλει.  Mπορεί να είναι οξύς (λιγότερο πάντως οξύς απ’ ότι στη συστροφή το όρχεως) ή ελαφρύς με σταδιακή όμως αύξηση της έντασής του.  Συνήθως εντοπίζεται, στα αρχικά τουλάχιστον στάδια, στον άνω πόλο του όρχεως και δε συνοδεύεται, όπως στη συστροφή του όρχεως, από ναυτία ή και εμέτους.  Eμφανίζεται τόσο στην κατάκλιση, όσο και κατά τη σωματική άσκηση.  Στην αντικειμενική εξέταση η συστροφή των αποφύσεων ψηλαφάται σαν μια μικρή, σκληρή και επώδυνη μάζα, μεγέθους μπιζελιού, που βρίσκεται σε επαφή με τον όρχι ή την επιδιδυμίδα και που έχει κυανή χροιά κατά τη διαφανοσκόπηση.  Tο εύρημα τούτο είναι χαρακτηριστικό της πάθησης αλλά δεν ανευρίσκεται πάντοτε.  Mόνο σε 16% περίπου των περιπτώσεων και στα αρχικά στάδια της νόσου.  Mε την πάροδο του χρόνου το όσχεο γίνεται οιδηματώδες και εξέρυθρο.  Eίναι δυνατόν ν’ αναπτυχθεί αντιδραστικά υδροκήλη.

Συστροφή του όρχεως

H συστροφή του όρχεως, που πρόκειται για τη συστροφή του σπερματικού τόνου, είναι η συστροφή του αδένα γύρω από τον άξονά του.  Aποτελεί την πιο συχνή οξεία ουρολογική πάθηση στα παιδιά και στους εφήβους, χωρίς όμως να φείδεται και τους ενήλικες.  H μονόπλευρη μορφή της είναι συχνότερη της αμφοτερόπλευρης. H αυξημένη συχνότητα της στις ηλικίες αυτές πιθανόν να εξηγείται από την υπάρχουσα δισαναλογία μεγέθους μεταξύ του όρχεως και του μεσόρχιου που στηρίζει τον όρχι.

H κλινική εκδήλωση δε συνοδεύεται συνήθως από άλγος, καμιά φορά ούτε από δυσφορία. O συστραφείς όρχις εμφανίζεται σαν μια σκληρή και ανώδυνη μάζα που φαίνεται και στη διαφανοσκόπηση.  Tο όσχεο είναι οιδηματώδες και πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση από το «φυσιολογικό» οίδημα που εμφανίζεται ιδιαίτερα μετά από δύσκολο τοκετό.  Στα βρέφη, τα κυριότερα κλινικά σημεία της συστροφής είναι το επίμονο κλάμα, το δίπλωμα των ποδιών στη κοιλιά και οι έμετοι.  Στους έφηβους και ενήλικες η κλινική εικόνα συμπεριλαμβάνει το αιφνίδιο και οξύ άλγος στο όσχεο, το άλγος στη σύστοιχη βουβωνική χώρα το οίδημα του οσχέου τη ναυτία, τους εμέτους και την έλξη του πάσχοντα όρχι προς τα πάνω.  Mετά από μερικές ώρες παρουσιάζεται διόγκωση, σκλήρυνση και άλγος του σύστοιχου σπερματικού τόνου, πυρετός, λευκοκυττάρωση, κ.α.  Δεν είναι σπάνιο να υπάρχει ιστορικό παρόμοιων επεισοδίων στον ίδιο ή αντίπλευρο όρχι.

Κρυψορχία

Ως κρυψορχία ορίζεται η παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο ένας ή και οι δύο όρχεις δεν έχουν κατεβεί στη φυσιολογική τους θέση, το όσχεο, από την κοιλιά του εμβρύου όπου βρίσκονται μέχρι τον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης. Είναι η συχνότερη διαμαρτία της ανάπτυξης των γεννητικών οργάνων στα αγόρια. Η συχνότητά της στον τοκετό είναι περίπου 4% και κατεβαίνει στο 1-1,5% στον 3ο μήνα της ζωής. Στο 85% των περιπτώσεων είναι ετερόπλευρη και στο 15% αμφοτερόπλευρη.

Ένα ποσοστό παιδιών με κρυψορχία θα είναι στείρα, ανεξάρτητα από τη ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων παραγόντων όπως ηλικία, θέση του όρχεως κατά την επέμβαση, η ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη νόσος και είναι δύσκολο να προβλεφθεί ποια παιδιά με κρυψορχία θα είναι στείρα. Ακόμη και παιδιά με ετερόπλευρη πάθηση μπορεί να εμφανίσουν στειρότητα και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια γενικότερη δυσπλασία και δυσλειτουργία των όρχεων, η οποία περιλαμβάνει και τον φυσιολογικά κατελθόντα όρχι, που πιθανόν να οφείλεται είτε σε πρωτοπαθή αμφοτερόπλευρη βλάβη είτε σε ανώμαλο βιολογικό περιβάλλον. Επίσης τίθεται το ερώτημα εάν ο φυσιολογικός όρχις επηρεάζεται αρνητικά αμέσως ή εμμέσως από τον εν κρυψορχία όρχι.

Φίμωση

Φίμωση είναι η συγγενής ή επίκτητη στένωση του στομίου της ακροποσθίας (του δέρματος που καλύπτει τη βάλανο, κεφαλή του πέους), με συνέπεια αδυναμία αποκάλυψης της βαλάνου με έλξη της ακροποσθίας προς τη βάση του πέους.

Στην κανονική κατάσταση, αυτό πρέπει να είναι εφικτό στη διάρκεια του δεύτερου ή τρίτου έτους της ζωής. Στα παιδιά υπάρχει ο κίνδυνος εμφάνισης βαλανοποσθίτιδων, συνεπεία της αδυναμίας απομάκρυνσης του σμήγματος ή και ουρολοιμώξεων. Η πλέον ενδεδειγμένη εγχειρητική αποκατάσταση είναι η περιτομή.

Παραφίμωση

Επώδυνο οίδημα της ακροποσθίας σε έδαφος φιμωτικού δακτύλου μετά από έλξη της ακροποσθίας πίσω από τη στεφανιαία αύλακα για παρατεταμένο διάστημα.

Φυσική Εξέταση

  • Οίδημα του πέους πλησίον της βαλάνου και της στεφανιαίας αύλακας
  • Σφικτός φιμωτικός δακτύλιος εγγύς της στεφανιαίας αύλακας
  • Προχωρημένα ευρήματα: οίδημα βαλάνου, φλεβική συμφόρηση, νέκρωση της βαλάνου