Κυστεοκολπικό συρίγγιο

Στην επικοινωνία αυτή υπάρχει επικοινωνία της ουροδόχου κύστης και του κόλπου. Το κυστεοκολπικό συρίγγιο είναι αποτέλεσμα χειρουργικών και μαιευτικών επιπλοκών, ξένων σωμάτων, καθετήρων, φλεγμονών όπως η σχιστοστομίαση ή η φυματίωση. Σε ασθενείς με καρκίνους (τραχήλου μήτρας, ορθού, κόλπου) το συρίγγιο μπορεί να είναι επιπλοκή της νόσου ή να συμβεί έπειτα από ακτινοθεραπευτική αγωγή.Το συνηθισμένο σύμπτωμα είναι η συνεχής απώλεια ούρων από τον κόλπο.

Το ιστορικό, η κλινική εξέταση με διάταση της κύστης με διάλυμα κυανού του μεθυλενίου και η τοποθέτηση τολυπίων στον κόλπο είναι από τις πλέον ακριβείς και απλές διαγνωστικές διαδικασίες.

Η ανιούσα κυστεογραφία σε πλάγια λήψη, με ή χωρίς ούρηση, μπορεί να απεικονίσει την επικοινωνία.Η κυστεοσκόπηση θα προσδιορίσει την ακριβή ανατομική θέση του συριγγίου εντός της κύστης και τη σχέση του με τα ουρητηρικά στόμια. Η ενδοφλέβια πυελογραφία θα μας επιβεβαιώσει την εμπλοκή ή μη των ουρητήρων στην επικοινωνία.

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει φαρμακευτική αγωγή για τη σύγκλιση των συριγγίων. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις η πολύ έγκαιρη (τις πρώτες μετεγχειρητικές μέρες) διάγνωσή τους μπορεί να οδηγήσει στη σύγκλισή τους με συντηρητικό τρόπο, δηλαδή με παραμονή του καθετήρα για αρκετό διάστημα. Αν αυτό συνδυαστεί με ηλεκτροπηξία του βλεννογόνου της κύστης γύρω από το συρίγγιο, καθώς και του ιδίου του συριγγίου, δίνει καλύτερα αποτελέσματα (χαμηλά, όμως), ιδιαίτερα αν το συρίγγιο είναι μικρό και με την τοποθέτηση του καθετήρα η ασθενής παύει να βρέχεται.

Η φαρμακευτική αγωγή έχει νόημα για να καταστείλει τυχόν φλεγμονή ή να βοηθήσει στην ανάπλαση του κολπικού επιθηλίου με οιστρογόνα σε μετεμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Συρίγγια που ανευρίσκονται 3-7 μέρες μετεγχειρητικά, πρέπει να χειρουργούνται αμέσως. Μετά τη 10η μετεγχειρητική μέρα θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά η ασθενής για παρουσία φλεγμονής.

O Blaivas προτείνει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος καθυστέρησης της αποκατάστασης αν δεν υπάρχουν στοιχεία φλεγμονής.